Παπαδάκη Αθηνά
AthinaPapadaki.jpg

Η Αθηνά Παπαδάκη κατάγεται από τη Βοιωτία, και γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα.Είναι απόφοιτη της Παντείου Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Εργάζεται ως δΔημοσιογράφος σε Δημόσιο Οργανισμό, και είναι γνώστης αγγλικών και γαλλικών.

Εργογραφία

Α. Ποίηση

  • Αρχάγγελος από μπετόν, Αθήνα, 1974
  • Αμνάδα των ατμών, Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1980, Β΄έκδοση, Καστανιώτης, 1983
  • Γη και πάλι, Υάκινθος, 1986 ISBN 960-03-13539
  • Ωχροτάτη έως του λευκού, Καστανιώτης, 1989 ISBN 960-03-0257-4.
  • Η λέαινα της βιτρίνας, Καστανιώτης, 1992 ISBN 960-03-0900-0.
  • Η άγρυπνη των ουρανών, Καστανιώτης, 1995 ISBN 960-03-1352-0.
  • Στη Βααιλίδα του Εξώστη, Καστανιώτης 1998. ISBN 960-03-2178-7.
  • Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη. Ανθολόγιο, Εκδόσεις Ερμής 1998.
  • Ο Θάνατος και η Κόρη. Αθήνα: Καστανιώτης, 2001. ISBN 960-03-3038-7

Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Πολωνικά, Ρουμανικά και Ολλανδικά.

Β. Πεζογραφία

  • Φύλλα τροφής - ποιητικό αφήγημα. Καστανιώτης, 2004. ISBN: 960-03-3865-5

Γ. Παιδικά

  • Ο τενεκές του λαδιού, Καστανιώτης, 1972
  • Ο πετούμενος κήπος, Κέδρος, 1980. Πατάκης 1998.
  • Παλιές ιστορίες του κόσμου (2 Τόμοι), Καστανιώτης, 1982
  • Ο ήλιος κρυώνει, Α.Σ.Ε, 1982. Πατάκης 1998.
  • Τα παραμύθια μας, Gutemberg, 1988
  • 15 ιστορίες και ένα ερώτημα, Α.Σ.Ε, 1991

Μεταφράσεις έργων

  • “Selected Poems”. Paris, 2000. (δίγλωσση έκδοση)
  • “Pale Almost White and Sleepless in the Skies”. Edimburgh: Dionysia Press, 2001.
  • “Earth and Again and The Royal Town of the Balcony”. Edimburgh: Dionysia Press, 2001.

Στοιχεία επικοινωνίας

Στυμφαλίας 17, 174 56 Άλιμος
rg.oohay|ikadapapanehta#rg.oohay|ikadapapanehta

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ "ΠΟΙΗΜΑΤΑ"

Στάχτη και πάλι στάχτη

Πέφτει, πέφτει η υδρόγειος
με όλα τα πετούμενα και τα ευώδη,
σταγόνα λάδι στο πάθος μου.
Την κακή μου φήμη την οφείλω στη φωτιά.
Όμοια σαν όλα τα μοιραία
στρατιές ονείρων ακινητοποιεί
μέχρι να μαυρίσει σα χορτάρι την ουτοπία.
Κάποτε ανασταίνεται κι αυτή
απ’ του ιδρώτα τον ορίζοντα γαζέλα,
να ξεσηκώσει πάλι τον ξερό αέρα
μεσ’ από τα σκίνα.
Σε ό τι φλέγεται ανώφελα πιστεύω.
Παροδική και άναυδη
βλέπω θηλαστικά να λαμπαδιάζουν
στο πανηγύρι του γάλατος.
Είμαι πανάκριβη,
δεν εγγυώμαι παρά μόνο τη στάχτη.


Εξοχική οικία

Με τα βασιλικά και με τα όσπρια θα ζήσω,
τα χέρια διπλώνοντας σε συνοχή
παρακαλώ να κλείσει ο κύκλος μου αβρά.
Χαμηλότερη η στέγη των δέντρων
και το κατώφλι δυο πόντους πάνω
απ’ τ’ ασημένια ξύλα της ακτής.
Στο γύρισμα των ουρανών κατά τη δύση,
χάνεις την εξουσία
μα κερδίζει τα ραδίκια,
το τρεχούμενο νερό.
Βγαίνω να πάρω στον εξώστη αέρα.
Ανάμεσα πόρτας και ορίζοντα μεσολαβεί ο θεός.


Κόρες

Με το μέρος είμαι τ’ ουρανού
όταν συνάζει σαν καρπούς τα σύννεφα
κι ύστερα σε αντάξιο πράσινο τα γυρίζει.
Κάθε καιρός έχει τη γλώσσα του,
τώρα οι πασχαλιές πλέον πιστές μου φαίνονται
μες στην ορθοδοξία του μαύρου σαλπίζω αδιαχώρητο
κι ανοίγονται ξανά οι δρόμοι των ανθρώπων.
Εκεί κορίτσια ορίζουν τη λιακάδα τόπο συναλλαγής,
αγγίζοντας την ουτοπία ξεκαρδίζονται.
Δεν ξέρουν,
πως τα καρπούζια χτυπημένα από δίκοπη πνοή
πριν τα ματώσει το δικό τους μαχαίρι.


Επιτραπέζιος κανόνας

Ολόκληρο το σύμπαν θα γευτώ
μ’ ένα ολοπόρφυρο λαχανικό.
Κάτω από την ακμή των αστεριών
κι ανάμεσα στα σκοτεινά μου γάντια,
χωρίς φωνή,
στα έθιμα της λάμας η ντομάτα.


Σιδέρωμα

Σύννεφα σε σχήματα μυαλού
κωπηλατούν στο καθαρό τζάμι
καθώς το γαλάζιο ορθώνεται
σιδερώνω
εξατμίζοντας ριπιδωτά ένα νωπό πουκάμισο.

Η τάξη των πραγμάτων μ’ απωθεί.

Βαριά μια άγκυρα μ’ ονομάζει βυθό, άρα είμ’ αναγκαία.

Ωστόσο
διαστέλλομαι προς τη λιποταξία λες και δεν πέρασα
ποτέ απ’ τις γραμμές των Κρίνων.
Ετούτος, να, ετούτος
ο πλανήτης μας με τις πολύτιμες ανάγκες!
Τι αντοχή για να μην υποκύψω σ’ έντιμη νοικοκυρά.

Χρόνια τώρα
το καλάθι της μπουγάδας
με τα ρούχα σαν κουλουριασμένα αρνιά
μ’ αρπάζει
καταβροχθίζει το τραγούδι μου.
Σχεδόν με πιάνει πανικός.
Ψάχνω να βρω ένα όνομα για τους γυμνούς μου αγκώνες.

Καθώς
το έπιπλο σιωπηλό
κοιτάζει προς τη θάλασσα
και το ακουμπώ,
η σκόνη του στα δάχτυλά μου είναι μία μεγάλη συντροφιά.


Ευδοκία

Μεγάλο αίνιγμα ο Απρίλιος μες στο μυαλό.
Όλα σε τάξη κι όμως σκορπισμένα,
παράφορα και προς το βράδυ άφωνα μηδενικά.
Κάθε τι ακριβαίνει μέσα στη σιωπή.
Εκεί ανήκουν οι ταγμένοι,
παράδειγμα οι νοικοκυρές όταν σκυφτές μαζεύουνε
των τραπεζιών τα ψίχουλα
κι ύστερα στα πουλιά τα πετούν,
μήπως βγάλει φτερά η καθημερινότητα.
Αλλά το θάμβος είναι ακόπαστο,
κάθε στιγμή όλα συμβαίνουν λες σε πεδίο βολής.
Αν χαλαρώσω.
Προς θεού την καθημερινή παρθενικότητά μου,
λέει ρουτίνα ως και το ψωμί.
Άκηπος κήπος

Μεταμορφώσει ιερότατες κάτω απ’ το φως
του ήλιου,
το χλωρότατο σε ξερό
εκεί όπου περίμενες κάποιαν ανθοφορία.

Ανοίγεις το παράθυρο,
όλα του χώματος στα μαύρα
λες κι ο ανθώνας ασκητεύει.

Όμως εδώ το ρόδο
με πολύφυλλες τις αμαρτίες θα υψωθεί
απ’ το αόρατο νωπό.
Άκηπος κήπος.


Παράκληση

Ένα κεράκι άναψα στο χάραμα του κόσμου
κι είδα τη ρίζα του νερού
όπου το άνθος άυλο
ακόμα μες στη ζυγαριά της χλωροφύλλης
και των αρωμάτων.
Το τίποτα το παν κάνω ν’ αρθρώσω
Κύριε, μην προσδοκάς τόσα απ’ τα νιάτα μου
γιατί νεότερη αν γίνω θα πεθάνω.

Πηγές

ΤΡΑΙΝΟ (Συγγραφείς - Μέλη)

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License